κοινωνώ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοινωνώ

  • ci.noˈno

Where it comes from

κοινωνώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοινωνῶ (κλίση κοινωνέω, αρχαία σημασία: «παίρνω μέρος») < κοινωνών (σύντροφος), κοινωνός < κοινός

verb κοινωνείς · θα κοινωνείς · να κοινωνείς · κοινώνει · κοινωνεί · θα κοινωνεί

  1. κοινωνώ-είς, -εί..., πρτ.: κοινωνούσα, αόρ.: κοινώνησα, παθ.φωνή: (κοινωνούμαι), π.αόρ.: κοινωνήθηκα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος
  2. intransitive, εκκλησιαστικός όρος, αμετάβατο λαμβάνω τη Θεία Κοινωνία (ως πιστός)

    Similar: μεταλαβαίνω

  3. transitive, εκκλησιαστικός όρος, μεταβατικό δίνω τη Θεία Κοινωνία (ο ιερέας] στον πιστό))

Similar: μεταλαβαίνω, μετέχω, αχράντων μυστηρίων

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοινωνώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοινωνώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CF%8E

Chicago

"κοινωνώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοινωνώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}