κοινό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοινό

  • ciˈno

Sounds like κείνο

Where it comes from

κοινό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο για την αρχαία ελληνική κοινός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική public

noun κοινό

  1. η μεγάλη μάζα του πληθυσμού, σύνολο ανθρώπων οι οποίοι συνδέονται με χαλαρούς και άτυπους κοινωνικούς δεσμούς, σαφείς όμως ως προς τα ενδιαφέροντα και τους ευρύτερους προσανατολισμούς απαγορεύεται η είσοδος στο κοινό
  2. σύνολο ανθρώπων που μετέχουν σε μια κοινωνική ή άλλη δραστηριότητα ή παρακολουθούν ως αναγνώστες, ακροατές, θεατές ή επισκέπτες μια καλλιτεχνική, επιστημονική, αθλητική ή άλλη εκδήλωση περιοδικό με μεγάλο αναγνωστικό κοινό

adjective κοινό

  1. accusative, masculine, singular, αρσενικό αιτιατική ενικού του κοινός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κοινός

In English

  • regular having expected characteristics
  • following a group of followers
  • public members of the community or the people in general
  • audience group of people seeing a performance

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοινό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κοινό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C

Chicago

"κοινό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοινό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}