κοινό κτήμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοινό κτήμα

  • ciˈno ˈkti.ma

Where it comes from

κοινό κτήμα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική public domain. → δείτε τις λέξεις κοινός και κτήμα

noun κοινό κτήμα · κοινού κτήματος

  1. νομικός όρος το σύνολο των πνευματικών ή καλλιτεχνικών έργων, η ελεύθερη χρήση των οποίων δεν περιορίζεται από τον νόμο ή της οποίας οι νομικοί περιορισμοί έχουν λήξει ※ Στον Καναδά, τη Νέα Ζηλανδία και αρκετές χώρες της Ασίας και της Αφρικής, τα πνευματικά δικαιώματα προστατεύονται για μισόν αιώνα μετά τον θάνατο των δημιουργών, ενώ, αντιθέτως, στις ΗΠΑ και την Αυστραλία η νομοθεσία είναι τόσο αυστηρή, που κανένα νέο όνομα δεν εντάχθηκε στο λεγόμενο «public domai

In English

  • public domain realm of creative works not protected by copyright or patents

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοινό κτήμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%20%CE%BA%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοινό κτήμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%20%CE%BA%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1

Chicago

"κοινό κτήμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%20%CE%BA%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοινό κτήμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%20%CE%BA%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}