κοινόλεκτος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοινόλεκτος
Where it comes from
κοινόλεκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοινόλεκτος < κοινό- + λεκτός
noun κοινόλεκτος · κοινόλεκτοι · κοινολέκτου · κοινολέκτων · κοινόλεκτο · κοινολέκτους
- η κοινή, η γλώσσα του κοινού βίου, που μιλούν όλοι ※ ...είχε ήδη απαρχαιωθεί κατά την ελληνιστική και μεσαιωνική περίοδο , ώστε θεωρείται εξαιρετικά δυσχερής η συμβολή του σε κοινόλεκτο τύπο της Νέας Ελληνικής , ο οποίος να χαρακτηρίζεται από αρχαϊκή μορφολογία ..
Talk about this word "κοινόλεκτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κοινόλεκτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82 "κοινόλεκτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοινόλεκτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}