κοκκινίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοκκινίζω
Where it comes from
κοκκινίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κοκκινίζω < κόκκινος < αρχαία ελληνική κόκκος
verb κοκκινίζω · κοκκίνισα · κοκκινισμένος · κοκκίνιζα · θα κοκκινίζω
- κάνω πολλές διορθώσεις σε ένα γραπτό με κόκκινο στυλό
- προσθέτοντας ανάλογο υλικό, συνήθως ντομάτα ή πελτέ ντομάτας, δίνω στο φαγητό κόκκινο χρώμα
- αποκτώ κόκκινο χρώμα ※ Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει από το πολύ κλάμα και τα χέρια του έτρεμαν. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- τα μάγουλά μου αποκτούν έντονο κόκκινο χρώμα από ντροπή, συστολή κ.λπ.
Similar: ερυθριάζω
Thesaurus
verb
Similar: ερυθριάζω
In English
Talk about this word "κοκκινίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κοκκινίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89 "κοκκινίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοκκινίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}