κοκοράκι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοκοράκι

  • ko.koˈɾa.ci

Where it comes from

κοκοράκι < κόκορ(ας) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

noun κοκοράκι · κοκοράκια

  1. χαϊδευτικά ο κόκορας
  2. μικρός κόκορας
  3. ≈ συνώνυμα: κοκορόπουλο, πετεινάρι κόκορας
  4. figuratively, μεταφορικά, κομμωτική μικρό υπερυψωμένο τσουλούφι στο μπροστινό μέρος του τριχωτού της κεφαλής, συνήθως σε αγοράκια ※ Δεν ήταν πάνω από είκοσι χρονώ, μάτια όλο κίνηση κι ένα άταχτο κοκοράκι να πέφτει στο μέτωπο. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά [διήγημα])
  5. figuratively, μεταφορικά σπάσιμο της φωνής, παραφωνία στην ψηλή περιοχή

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοκοράκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοκοράκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"κοκοράκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοκοράκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}