κολαούζος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κολαούζος

  • ko.laˈu.zos

Where it comes from

κολαούζος < (άμεσο δάνειο) τουρκική kılavuz (με τροπή φωνημάτων) + -ος < οθωμανική τουρκική قلاغوز (kılağuz) < παλαιά τουρκική της Ανατολίας قلاغوز (qulağuz / qulavuz)

noun κολαούζος · κολαούζοι · κολαούζου · κολαούζων · κολαούζο · κολαούζους

  1. αυτός που προπορεύεται και δείχνει το δρόμο προς έναν τόπο, ο οδηγός σε πορεία ※ Αν δεν το ξέρει ο καπετάνιος καλά το πέρασμα, δεν μπορεί να περάσει χωρίς κολαούζο. (Στρατής Δούκας Τα Μοσκονήσια, η χαμένη μου πατρίδα [διήγημα])
  2. figuratively, μεταφορικά ο φορτικός άνθρωπος, που προσκολλάται δίπλα σε κάποιον και του κάνει τα θελήματα
  3. ο σπειροτόμος ή ο ελικοτόμος, εργαλείο διάνοιξης εσωτερικού σπειρώματος (αρσενικό)
  4. ψάρι είδος ψαριού με γκρι-μπλε ράχη (Naucrates ductor)

Talk about this word

Cite this
MLA

"κολαούζος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κολαούζος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%82

Chicago

"κολαούζος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κολαούζος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}