κολλάω
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
κολλάω
- koˈla.o
Откуда оно
κολλάω < κολλ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κολλῶ, συνηρημένος τύπος του κολλάω < κόλλα
глагол κολλάω · κολλώ · κολλούσα · κόλλαγα · κόλλησα · κολλιέμαι
- ενώνω δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή μέρη αντικειμένου με κάποια κόλλα
- βρίσκομαι σε πολύ στενή επαφή με κάποιον, είμαι πολύ καλός φίλος με κάποιον Έχουν κολλήσει για τα καλά οι δυό τους.
- ακολουθώ κάποιον συνεχώς από πολύ μικρή απόσταση Προσπέρασα κάποιον στο δρόμο με το αυτοκίνητο κι αυτός μετά κόλλησε από πίσω μου και μου άναβε τα φώτα.
- φέρομαι προκλητικά ή επιθετικά απέναντι σε κάποιον, παρενοχλώ Μη μου κολλάς εμένα, γιατί θα πάρω ανάποδες!
- προσπαθώ να προσεγγίσω ερωτικά ένα άτομο ή παρενοχλώ σεξουαλικά Τι γίνεται με τον Τάκη; Μου φαίνεται ότι σου κολλάει!
- αντιμετωπίζω μια δυσκολία κατά την πρόοδο μιας εργασίας που με εμποδίζει να συνεχίσω Έχω κολλήσει εδώ και δυο ώρες σε μια άσκηση και δεν μπορώ να τη λύσω με τίποτα.
- αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε μια δραστηριότητα που με απορροφά Έχει κολλήσει στον υπολογιστή της και μας έχει ξεχάσει εμάς τους φίλους της.
- αρρωσταίνω από μεταδοτικό νόσημα που μου μεταδόθηκε Κόλλησα γρίπη
- μεταδίδομαι κάποιοι υποστηρίζουν ότι το απλό κρύωμα δεν κολλάει
По-английски
Обсудить это слово "κολλάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κολλάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CF%89 "κολλάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CF%89.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {κολλάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}