κολλητός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κολλητός¹

Where it comes from

κολλητός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κολλητός. < κολλάω, κολλη- + -τός

adjective κολλητός · κολλητή · κολλητό · κολλητού · κολλητής

  1. πολύ κοντινός ※ Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χ
  2. εφαρμοστός, πολύ στενός (για ρούχα)

noun κολλητός · κολλητή · κολλητό · κολλητού · κολλητής

  1. πολύ στενός φίλος χτες πήγαμε και τα ήπιαμε με τον κολλητό μου

Κολλητός²

Where it comes from

Κολλητός < κολλητός

proper noun Κολλητός · Κολλητοί · Κολλητού · Κολλητών · Κολλητό · Κολλητούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κολλητός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κολλητός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"κολλητός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κολλητός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}