κολοκύθι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κολοκύθι
- ko.loˈci.θi
Where it comes from
κολοκύθι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κολοκύθι < κολοκύνθιν < αρχαία ελληνική κολοκύνθιον, υποκοριστικό του κολοκύνθη
noun κολοκύθι · κολοκύθια · κολοκυθιού · κολοκυθιών
-
ο καρπός της κολοκυθιάς, στενόμακρος, πρασινωπός απ’ έξω, άσπρος από μέσα, με σπόρια
※ Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 19
Similar: κολοκυθάκι
-
αντικείμενο ευτελές ή με άγνωστο όνομα
Similar: μαραφέτι
Talk about this word "κολοκύθι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CF%8D%CE%B8%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. κολοκύθι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CF%8D%CE%B8%CE%B9 "κολοκύθι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CF%8D%CE%B8%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κολοκύθι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CF%8D%CE%B8%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}