κολυμβήθρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κολυμβήθρα
- ko.limˈvi.θɾa
Where it comes from
κολυμβήθρα < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κολυμβήθρα (προφορά [mb]) < αρχαία ελληνική κολυμβήθρα.
noun κολυμβήθρα · κολυμβήθρες · κολυμβήθρας · κολυμβηθρών
- μεγάλο μετάλλινο σκεύος, σε μορφή βαθιάς λεκάνης, στο οποίο εμβαπτίζεται κάθε νέο μέλος της Εκκλησίας κατά την τελετή του βαπτίσματος → χρειάζεται παράθεμα
- Ο ιερέας βούτηξε το μωρό στην κολυμβήθρα.
- ιδεολογικός ή πνευματικός χώρος Αναβαπτίσθηκε μέσα στην κολυμβήθρα της πίστεως.
- σημείο σε ποτάμι που μοιάζει με δεξαμενή → χρειάζεται παράθεμα
- συνώνυμο του πισίνα → χρειάζεται παράθεμα
In English
- font a receptacle in church for holy water
- baptismal font a basin used for baptism
Talk about this word "κολυμβήθρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AE%CE%B8%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κολυμβήθρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AE%CE%B8%CF%81%CE%B1 "κολυμβήθρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AE%CE%B8%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κολυμβήθρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AE%CE%B8%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}