κολόνια

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κολόνια¹

  • koˈlo.ɲa

Where it comes from

κολόνια < (άμεσο δάνειο) ιταλική colonia < γαλλική eau de Cologne (νερό από την Κολωνία) < Cologne < λατινική Colonia (Agrippina) < colonia (αποικία) < colonus < colo *quelō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel- (κινώ, τριγυρίζω)

noun κολόνια · κολόνιες · κολόνιας

  1. διάλυμα αρώματος σε υγρό, συνήθως σε οινόπνευμα, που χρησιμοποιείται στο σώμα ※ Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Κολόνια²

Where it comes from

Κολόνια < γενική ενικού του αρσενικού Κολόνιας

proper noun Κολόνια · Κολόνιας · Kolonia

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κολόνια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κολόνια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1

Chicago

"κολόνια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κολόνια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}