κομμάτι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κομμάτι
- koˈma.ti
Where it comes from
κομμάτι < κόπτω
noun κομμάτι · κομμάτια · κομματιού · κομματιών
- τμήμα, μέρος ενός όλου ※ Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη,
- τραγούδι ή μελωδία
adverb κομμάτι · κομμάτια · κομματιού · κομματιών
- λίγο (και κομματάκι) κάτσε να ξαποστάσεις κομμάτι
In English
Talk about this word "κομμάτι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. κομμάτι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9 "κομμάτι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κομμάτι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}