κομμένος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κομμένος¹
- koˈme.nos
Where it comes from
κομμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κόβω
verb κομμένος · κομμένη · κομμένο · κομμένου · κομμένης
- που έχει κοπεί ※ Μια φορά έπαιζα στο «Κύτταρο»: δεξιά μου ήταν ο καραγκιόζ μπερντές αναμμένος, με τη φιγούρα μου κομμένη και σκαλισμένη από τον γλυκύτατο Ευγένιο Σπαθάρη, διάτρητη για να περνάει το φώς. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
- που έχει κόψει
- τεμαχισμένος
- κουρασμένος, καταβεβλημένος, άρρωστος σε βλέπω λίγο κομμένο, αισθάνεσαι αδιάθετος ή είσαι κουρασμένος;
- που έχει απορριφθεί
- σταματημένος
phrase κομμένος · κομμένη · κομμένο · κομμένου · κομμένης
- χρησιμοποιείται για να επιβληθεί το τέλος μιας συζήτησης ή ενέργειας
Κομμένος²
Where it comes from
Κομμένος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κομμένος · Κομμένοι · Κομμένου · Κομμένων · Κομμένο · Κομμένους
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "κομμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κομμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "κομμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κομμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}