κομμένος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κομμένος¹

  • koˈme.nos

Where it comes from

κομμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κόβω

verb κομμένος · κομμένη · κομμένο · κομμένου · κομμένης

  1. που έχει κοπεί ※ Μια φορά έπαιζα στο «Κύτταρο»: δεξιά μου ήταν ο καραγκιόζ μπερντές αναμμένος, με τη φιγούρα μου κομμένη και σκαλισμένη από τον γλυκύτατο Ευγένιο Σπαθάρη, διάτρητη για να περνάει το φώς. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
  2. που έχει κόψει
  3. τεμαχισμένος
  4. κουρασμένος, καταβεβλημένος, άρρωστος σε βλέπω λίγο κομμένο, αισθάνεσαι αδιάθετος ή είσαι κουρασμένος;
  5. που έχει απορριφθεί
  6. για κακή συνήθεια σταματημένος

phrase κομμένος · κομμένη · κομμένο · κομμένου · κομμένης

  1. χρησιμοποιείται για να επιβληθεί το τέλος μιας συζήτησης ή ενέργειας

Κομμένος²

Where it comes from

Κομμένος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κομμένος · Κομμένοι · Κομμένου · Κομμένων · Κομμένο · Κομμένους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κομμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κομμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"κομμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κομμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}