κομπορρήμων

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κομπορρήμων

  • kom.boˈɾi.mon

Where it comes from

κομπορρήμων < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κομπορρήμων

adjective κομπορρήμων · κομπορρήμονας · κομπορρήμον · κομπορρήμονος · κομπορρήμονα

  1. formal, λόγιο που κομπάζει, καυχιέται, ο ψωνισμένος, η ψωνάρα ※ Μη γελάτε ειρωνικά ανόητοι. Ξέρω τι λέω. Εμείς σας εξημερώσαμε, κομπορρήμονες, όχι εσείς. Η φρεναπάτη σας ότι είστε οι κυρίαρχοι του σύμπαντος έχει καταντήσει γελοία πλέον. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση) εκδ. Πατάκη, 2024)

Similar: καυχηματίας, καυχησιάρης, καυχησιολόγος, κομπαστής, φανφαρόνος · Opposite: ταπεινόφρων

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"κομπορρήμων." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%AE%CE%BC%CF%89%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κομπορρήμων. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%AE%CE%BC%CF%89%CE%BD

Chicago

"κομπορρήμων." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%AE%CE%BC%CF%89%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κομπορρήμων},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%AE%CE%BC%CF%89%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}