κομπόστα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κομπόστα
- komˈbo.sta
Where it comes from
κομπόστα < μεσαιωνική ελληνική κομπόστα < ιταλική composta < composto < comporre < λατινική componere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος compono < con- + pono < πρωτοϊταλική *poznō < po- + sinō < *tḱi-né-ti < *tḱey- < *teḱ (γεννώ, γίνομαι γονιός)
noun κομπόστα · κομπόστες · κομπόστας · κομποστών
- γλύκισμα, που τρώγεται ως επιδόρπιο, παρασκευασμένο από βρασμένα φρούτα που τοποθετούνται σ’ ένα αραιό σιρόπι / διάλυμα ζάχαρης ※ Ἀλήθεια, ἠξεύρω πῶς τρελλαίνεσθε διά τήν κομπόστα· σήμερα κατεσκεύασα ἀρκετὴν καὶ σᾶς ἐφύλαξα ἕνα βάζο. - Πόσον εἶσθε ἐρασμία! δότε μού το κι αὐτό . – Ὄχι, ἡ ὑπηρέτρια σᾶς τὸ φέρνει εἰς τὸ ἁμάξι. (Θ. Γραμματικόπουλος, Αστήρ του Πόντου, περιοδικόν σύγγραμμα, τόμος 1, Τραπεζούντα, Τυπογραφείο Δ. Ξιφ
Similar: χοσάφι
Thesaurus
noun
Similar: χοσάφι
In English
- compote fruit dessert
Talk about this word "κομπόστα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κομπόστα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1 "κομπόστα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κομπόστα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}