κονσέρβα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κονσέρβα

Where it comes from

κονσέρβα < (άμεσο δάνειο) ιταλική conserva < γαλλική conserve < λατινική conservo (συντηρώ, διατηρώ)

noun κονσέρβα · κονσέρβες · κονσέρβας · κονσερβών

  1. μεταλλικό στεγανό δοχείο που περιέχει τρόφιμα να ανοίξω μια κονσέρβα τόνο;
  2. τρόπος διατήρησης τροφίμων με τη συσκευασία τους σε μεταλλικό στεγανό δοχείο, την αποστείρωσή τους και ενίοτε την προσθήκη συντηρητικών ουσιών τα φασολάκια από το αγρόκτημά μου τα δίνω για κονσέρβα
  3. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό χαρακτηρισμός για κάτι που έχει προετοιμαστεί εκ των προτέρων ή για κάτι που είναι τυποποιημένο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κονσέρβα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κονσέρβα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1

Chicago

"κονσέρβα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κονσέρβα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}