κονσέρβα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κονσέρβα
Where it comes from
κονσέρβα < (άμεσο δάνειο) ιταλική conserva < γαλλική conserve < λατινική conservo (συντηρώ, διατηρώ)
noun κονσέρβα · κονσέρβες · κονσέρβας · κονσερβών
- μεταλλικό στεγανό δοχείο που περιέχει τρόφιμα να ανοίξω μια κονσέρβα τόνο;
- τρόπος διατήρησης τροφίμων με τη συσκευασία τους σε μεταλλικό στεγανό δοχείο, την αποστείρωσή τους και ενίοτε την προσθήκη συντηρητικών ουσιών τα φασολάκια από το αγρόκτημά μου τα δίνω για κονσέρβα
- χαρακτηρισμός για κάτι που έχει προετοιμαστεί εκ των προτέρων ή για κάτι που είναι τυποποιημένο
In English
Talk about this word "κονσέρβα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κονσέρβα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1 "κονσέρβα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κονσέρβα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B2%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}