κοντράλτο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοντράλτο
- konˈtɾal.to
Where it comes from
κοντράλτο < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από την ιταλική contralto < contra- (αντίθετα) + alto (ψηλός)
adjective κοντράλτο · κοντράλτα
- που έχει φωνή χαμηλή και ζεστή, παρόμοια με μίας τραγουδίστριας κοντράλτο
noun κοντράλτο
- τραγουδίστρια που η φωνή της κινείται στην περιοχή τονικού ύψους χαμηλότερη από τη σοπράνο και από την μέτζο σοπράνο, η χαμηλότερη γυναικεία φωνή η Κλυταιμνήστρα στην όπερα "Ηλέκτρα" του Βάγκνερ είναι ρόλος για κοντράλτο
In English
- alto musical part
Talk about this word "κοντράλτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%BB%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κοντράλτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%BB%CF%84%CE%BF "κοντράλτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%BB%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοντράλτο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%BB%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}