Μίκουιν

κοντραμπάντο

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

κοντραμπάντο

  • kon.tɾaˈba.nto

Από πού έρχεται

κοντραμπάντο < μεσαιωνική ελληνική κοντραμπάντο < ιταλική contrabbando

ουσιαστικό κοντραμπάντο · κοντραμπάντα · κοντραμπάντου · κοντραμπάντων

  1. dated, vulgar, παρωχημένο, λαϊκό λαθρεμπόριο (συνηθέστερα, τσιγάρων, ποτών, όπλων και ναρκωτικών)

Στα αγγλικά

  • contraband goods which are prohibited from being traded, smuggled goods

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"κοντραμπάντο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοντραμπάντο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF

Chicago

"κοντραμπάντο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοντραμπάντο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}