κοπάδι

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

κοπάδι

Откуда оно

κοπάδι < μεσαιωνική ελληνική κοπάδιν < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κοπή (< κόπτω) + κατάληξη υποκοριστικού -άδιον

существительное κοπάδι · κοπάδια · κοπαδιού · κοπαδιών

  1. το πλήθος, η συγκέντρωση πολλών ζώων μαζί ※ Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015
  2. το σύνολο αιγοπροβάτων
  3. για ανθρ το μπουλούκι, το άτακτα τοποθετημένο πλήθος

По-английски

  • cattle certain other livestock
  • flock group of birds
  • school a group of fish
  • herd a number of domestic animals assembled together under the watch or ownership of

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"κοπάδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοπάδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%B4%CE%B9

Chicago

"κοπάδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοπάδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}