κορδόνι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κορδόνι
Where it comes from
κορδόνι < (άμεσο δάνειο) βενετική cordon < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (αντιδάνειο). Δείτε και μεσαιωνική κόρδα.
noun κορδόνι · κορδόνια · κορδονιού · κορδονιών
- κομμάτι ειδικού σχοινιού προορισμένο για διακοσμητικό σκοπό ή σαν εξάρτημα κάποιας συσκευής
- κομμάτι σχοινιού ή δέρματος που χρησιμοποιείται για το δέσιμο παπουτσιών ※ Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έ
- τα σιρίτια αξιωματικών
In English
- shoelace for fastening a shoe — see also lace
Talk about this word "κορδόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. κορδόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9 "κορδόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κορδόνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}