κορδόνι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κορδόνι

Where it comes from

κορδόνι < (άμεσο δάνειο) βενετική cordon < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (αντιδάνειο). Δείτε και μεσαιωνική κόρδα.

noun κορδόνι · κορδόνια · κορδονιού · κορδονιών

  1. κομμάτι ειδικού σχοινιού προορισμένο για διακοσμητικό σκοπό ή σαν εξάρτημα κάποιας συσκευής
  2. especially, ειδικότερα κομμάτι σχοινιού ή δέρματος που χρησιμοποιείται για το δέσιμο παπουτσιών ※ Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έ
  3. especially, plural normally, ειδικότερα, συνήθως στον πληθυντικό τα σιρίτια αξιωματικών

In English

  • shoelace for fastening a shoe — see also lace

Talk about this word

Cite this
MLA

"κορδόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κορδόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9

Chicago

"κορδόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κορδόνι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}