κορεατικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κορεατικός

  • koɾeatiˈkos

Where it comes from

κορεατικός < Κορεάτ(ης) + -ικός

adjective κορεατικός · κορεατική · κορεατικό · κορεατικού · κορεατικής

  1. που έχει σχέση με την Κορέα ή τους Κορεάτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά ή προέρχεται απ’ αυτά ※ και οι δύο πλευρές στην κορεατική χερσόνησο πρέπει να «κάνουν περισσότερα για να συμβάλουν στην ειρήνη» και πρόσθεσε πως είναι επιτακτική ανάγκη να επιστρέψουν στις εξαμερείς συνομιλίες για τα πυρηνικά της Βόρειας Κορέας. (Σε κατάσταση συναγερμού ο στρατός της Νότιας Κορέας, skai.gr, 23/11/2010 ht
  2. ουσιαστικοποιημένο κορεατική / κορεατικά

In English

  • Korean relating to the Korean Peninsula

Talk about this word

Cite this
MLA

"κορεατικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κορεατικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"κορεατικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κορεατικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}