κορινθιακός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κορινθιακός¹

  • ko.ɾin.θi.aˈkos

Where it comes from

κορινθιακός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κορινθιακός < Κορίνθιος + -ακός

adjective κορινθιακός · κορινθιακή · κορινθιακό · κορινθιακού · κορινθιακής

  1. που έχει σχέση με την Κόρινθο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή, τους κατοίκους της ή την ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας
  2. αρχαιολογία, αρχιτεκτονική που σχετίζεται με τον κορινθιακό ρυθμό

Κορινθιακός²

Where it comes from

Κορινθιακός < εννοείται κόλπος → δείτε τη λέξη κορινθιακός

proper noun Κορινθιακός

  1. κόλπος ο Κορινθιακός Κόλπος: το εσωτερικό τμήμα του Πατραϊκού Κόλπου που εκτείνεται ανατολικά μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κορινθιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κορινθιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"κορινθιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κορινθιακός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B8%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}