κορονοϊός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κορονοϊός
- ko.ɾo.no.iˈos
Where it comes from
κορονοϊός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική coronavirus > αντί κορόν(α) + ιός > *κορονιός όπως η σύνθεση πριν από φωνήεν, κορόν(α) + -ο- + ιός για αποφυγή σύγχυσης με την προφορά με συνίζηση (ko.ɾoˈɲos όπως Κορωνιός). Η μορφή κοροναϊός, με απόδοση του πρώτου συνθετικού corona . Οι γραφές με ωμέγα, παραπέμπουν στην ορθογραφία του αρχαίου ελληνικού κορώνη από όπου η λατινική λέξη corona.
noun κορονοϊός · κορονοϊοί · κορονοϊού · κορονοϊών · κορονοϊό · κορονοϊούς
- είδος ιών της υποοικογένειας Coronavirinae, της οικογένειας Coronaviridae, της τάξης Nidovirales. ※ Ο νέος κορονοϊός της Μέσης Ανατολής δείχνει απειλητικά τα «δόντια» του στην ανθρωπότητα (@tovima.gr Βαγγέλης Πρατικάκης, «Ο νέος κορονοϊός …» εφημερίδα Το Βήμα, 2013.06.20.)
In English
- coronavirus member of the family Coronaviridae
Talk about this word "κορονοϊός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κορονοϊός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CF%8C%CF%82 "κορονοϊός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κορονοϊός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}