κοροϊδεύω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοροϊδεύω
- ko.ɾoi̯ˈðe.vo
Where it comes from
κοροϊδεύω < κορόιδ(ο) + -εύω
verb κοροϊδεύω · κοροϊδεύομαι · κορόιδευα · θα κοροϊδεύω · να κοροϊδεύω
- αναφέρομαι με περιπαικτικό τρόπο (λέξεις ή χειρονομίες) στα ελαττώματα, τις αδυναμίες ή τις ιδιαιτερότητες κάποιου ※ Κι εκείνος ο κουτομόγιας ο μπαρμπέρης που μου αγρίευε σαν τον θερμοπαρακαλούσα να μου αφήσει λίγο μαλλί παραπάνω για να μη με κοροϊδεύουν τα κορίτσια και τραγουδούσε νευριασμένος και φάλτσα τον Κουρέα της Σεβίλλης (Figaro, Figaro, Figaro…). (Γιώργος Πατσός, Διήγημα: Αναδρομές στο γέρμα μιας ζωής,
-
αναφέρομαι με ασεβή ή ανάρμοστο τρόπο σε κάτι
Similar: περιγελώ, ειρωνεύομαι, εμπαίζω, αναμπαίζω
- εξαπατώ κάποιον, τον ξεγελώ
In English
Talk about this word "κοροϊδεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%8A%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κοροϊδεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%8A%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89 "κοροϊδεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%8A%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοροϊδεύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%8A%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}