κορυδαλλός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κορυδαλλός¹

  • ko.ɾi.ðaˈlos

Where it comes from

κορυδαλλός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κορυδαλλός < αρχαία ελληνική κόρυδος / κορυδός < κόρυς

noun κορυδαλλός · κορυδαλλοί · κορυδαλλού · κορυδαλλών · κορυδαλλό · κορυδαλλούς

  1. πτηνό ωδικό πτηνό μικρού μεγέθους που ανήκει στην οικογένεια Κορυδαλλίδες (Alaudidae) και στην τάξη Στρουθιόμορφα. Το κελάηδημά του έχει συνδεθεί με το χάραμα της μέρας. ※ Ουίλιαμ Σαίξπηρ (Shakepseare), Ρωμαίος και Ιουλιέτα Πράξη τρίτη. Μετάφραση: Δημήτριος Βικέλας

Κορυδαλλός²

  • ko.ɾi.ðaˈlos

Where it comes from

Κορυδαλλός < αρχαία ελληνική Κορυδαλλός < κορυδαλλός

proper noun Κορυδαλλός · Κορυδαλλοί · Κορυδαλλού · Κορυδαλλών · Κορυδαλλό · Κορυδαλλούς

  1. δήμος της αρχαίας Αθήνας
  2. προάστιο του Πειραιά (συνεκδοχικά) οι φυλακές που βρίσκονται στην περιοχή

    Similar: Κουτσικάρι

  3. βουνό της Αττικής
  4. οικισμός του Νομού Τρικάλων

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κορυδαλλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κορυδαλλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"κορυδαλλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κορυδαλλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}