κορόμηλο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κορόμηλο
Where it comes from
κορόμηλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κορόμηλον < αβέβαιης ετυμολογίας + αρχαία ελληνική μῆλον. Πιθανόν *καρυόμηλον. Κατ' άλλη άποψη, *ὀρόμηλον < (ὄρος + μῆλον, αγριόμηλο) με επίδραση του αρχαίου συνωνύμου κοκκύμηλον
noun κορόμηλο · κορόμηλα · κορόμηλου · κορόμηλων
- ο καρπός της κορομηλιάς· πρόκειται για μικρό σαρκώδες σφαιρίδιο πράσινου (όταν είναι άγουρο) και κοκκινωπού (όταν ωριμάζει) χρώματος με κουκούτσι στη μέση ※ Στις κάτω κλάρες, τα κορόμηλα ήταν ακόμη αγουρωπά, όμως στις πιο πάνω αρκετά είχαν κιτρινίσει. (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Thesaurus
In English
- cherry plum the fruit
Talk about this word "κορόμηλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κορόμηλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%BF "κορόμηλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κορόμηλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}