ميكوين

κορύφωση

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

κορύφωση

  • koˈɾi.fo.si

من أين أتت

κορύφωση< (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κορύφω(σις) + -ση < κορυφόω / κορυφῶ

اسم κορύφωση · κορυφώσεις · κορύφωσης · κορυφώσεων

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κορυφώνω, η άφιξη στο κορυφαίο σημείο μιας σειράς γεγονότων, μιας ενέργειας κλπ. η αποψινή συναυλία ήταν η κορύφωση των εορταστικών εκδηλώσεων
  2. especially, ειδικότερα το εντονότερο σημείο ενός έργου τέχνης, συνήθως κοντά στην χρυσή τομή του χρόνου του η Ωδή στην Χαρά εκκινεί την κλιμάκωση που φθάνει στην κορύφωση της Ενάτης Συμφωνίας του Μπετόβεν

بالإنجليزية

  • climax rhetoric: ordering of terms in increasing order of importance or magnitude

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"κορύφωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%8D%CF%86%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κορύφωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%8D%CF%86%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"κορύφωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%8D%CF%86%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κορύφωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%8D%CF%86%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}