κουβέρτα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κουβέρτα
- kuˈveɾ.ta
Where it comes from
κουβέρτα < (άμεσο δάνειο) βενετική coverta / ιταλική coperta < coprto < λατινική coopertus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος cooperio < con- + operio < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁epi (ἐπί) + *h₂wer (καλύπτω)
noun κουβέρτα · κουβέρτες · κουβέρτας · κουβερτών
-
ύφασμα, μάλλινο ή βαμβακερό, που χρησιμοποιείται πάνω από τα σεντόνια του κρεβατιού για να προστατεύει από το κρύο
※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια α
Similar: κλινοσκέπασμα, λώδικα, λώδιξ
- κατάστρωμα ενός πλοίου ※ Σαν πέσανε οι κουρσάροι απάνου στην κουβέρτα μ' αλλαλαγμό κι αντάρα πολλή, οι χατζήδες κατεβήκανε στ' αμπάρι και σφαλιστήκανε. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])
- πρόσχημα
In English
Talk about this word "κουβέρτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κουβέρτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%B1 "κουβέρτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κουβέρτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}