κουλούρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κουλούρα¹

  • kuˈlu.ɾa

Where it comes from

κουλούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουλούρα < ελληνιστική κοινή κολλούρα < αρχαία ελληνική κολλύρα

noun κουλούρα · κουλούρες · κουλούρας · κουλουρών

  1. η γενική ονομασία αντικείμενων κυκλικού σχήματος
  2. τρόφιμο το εφτάζυμο ψωμί με στρογγυλό σχήμα μια κουλούρα χωριάτικη με σουσάμι, παρακαλώ
  3. το σωσίβιο
  4. το μηδέν ως βαθμός σε εξέταση στο διαγώνισμα μου έβαλε μια τεράστια κουλούρα
  5. η ποσότητα (συγκεκριμένη ή αόριστη) εύκαμπτου υλικού τυλιγμένου σε κυκλικό σχήμα θέλω μια κουλούρα καλώδιο νιμ και μία εύκαμπτο
  6. το γαμήλιο στεφάνι· (κατ’ επέκταση) ο γάμος, η παντρειά

Κουλούρα²

Where it comes from

Κουλούρα < γενική ενικού του αρσενικού Κουλούρας

proper noun Κουλούρα · Κουλούρας · Kouloura

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • coil something wound

Talk about this word

Cite this
MLA

"κουλούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κουλούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"κουλούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κουλούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}