κουλούρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κουλούρα¹
- kuˈlu.ɾa
Where it comes from
κουλούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουλούρα < ελληνιστική κοινή κολλούρα < αρχαία ελληνική κολλύρα
noun κουλούρα · κουλούρες · κουλούρας · κουλουρών
- η γενική ονομασία αντικείμενων κυκλικού σχήματος
- το εφτάζυμο ψωμί με στρογγυλό σχήμα μια κουλούρα χωριάτικη με σουσάμι, παρακαλώ
- το σωσίβιο
- το μηδέν ως βαθμός σε εξέταση στο διαγώνισμα μου έβαλε μια τεράστια κουλούρα
- η ποσότητα (συγκεκριμένη ή αόριστη) εύκαμπτου υλικού τυλιγμένου σε κυκλικό σχήμα θέλω μια κουλούρα καλώδιο νιμ και μία εύκαμπτο
- το γαμήλιο στεφάνι· (κατ’ επέκταση) ο γάμος, η παντρειά
Κουλούρα²
Where it comes from
Κουλούρα < γενική ενικού του αρσενικού Κουλούρας
proper noun Κουλούρα · Κουλούρας · Kouloura
- γυναικείο επώνυμο
In English
- coil something wound
Talk about this word "κουλούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κουλούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1 "κουλούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κουλούρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}