κουμάσι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κουμάσι

  • kuˈma.si

Where it comes from

κουμάσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουμάσι(ν) (στη σημασία: ρούχο) < τουρκική kumaş < αραβική قُمَاش (qumāš, υφάσματα, ρούχα, κουρέλια) < ρίζα ق م ش (q-m-š)

noun κουμάσι · κουμάσια · κουμασιού · κουμασιών

  1. figuratively, vulgar, μεταφορικά, λαϊκότροπο κάποιος που δεν είναι σοβαρός ※ Καλά κουμάσια και του λόγου τους. (Μενέλαος Λουντέμης, Συννεφιάζει)

    Similar: τιποτένιος, φαύλος

noun κουμάσι · κουμάσια · κουμασιού · κουμασιών

  1. dated, παρωχημένο το κοτέτσι

    Similar: ορνιθώνας

  2. dated, idiomatic, ιδιωματικό, παρωχημένο διώροφο κτίσμα που στο ισόγειο στέγαζαν το γουρούνι και στον απάνω όροφο τις κότες ※ Αυτό μοιάζει με το προγνωστικό που λεν οι χωριάτες για τον καιρό, που όταν βλέπουν τα γουρούνια τους να τραβούν κλαριά μέσα στα κουμάσια τους λένε θα κακοκαιρίσει! (Βασίλης Ρώτας Οι ροδιές της Ζήρειας [διήγημα])

Talk about this word

Cite this
MLA

"κουμάσι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κουμάσι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B9

Chicago

"κουμάσι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κουμάσι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}