κουμαρτζής
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κουμαρτζής¹
Where it comes from
κουμαρτζής < (άμεσο δάνειο) τουρκική kumarcı + -ς
noun κουμαρτζής · κουμαρτζήδες · κουμαρτζή · κουμαρτζήδων
- ο παθιασμένος χαρτοπαίχτης, ο σχεδόν επαγγελματίας χαρτοπαίκτης ※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες
Κουμαρτζής²
Where it comes from
Κουμαρτζής < + -τζής • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
proper noun Κουμαρτζής · Κουμαρτζήδες · Κουμαρτζή · Κουμαρτζήδων
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "κουμαρτζής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κουμαρτζής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82 "κουμαρτζής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κουμαρτζής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}