κουμπάρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κουμπάρος¹
- kumˈba.ɾos
Where it comes from
κουμπάρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουμπάρος < βενετική compare ή ιταλική compare < υστερολατινική compatrem, αιτιατική του compater < com- + pater
noun κουμπάρος · κουμπάροι · κουμπάρου · κουμπάρων · κουμπάρο · κουμπάρους
- ο άνθρωπος που παντρεύει κάποιο ζευγάρι, που τους αλλάζει τα στέφανα σε εκκλησιαστικό γάμο ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο ※ Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξαν
- ο νονός
- φιλικός προσφώνηση κάποιου (γνωστού ή αγνώστου)
Κουμπάρος²
Where it comes from
Κουμπάρος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κουμπάρος · Κουμπάρου · Koumparos
- ανδρικό επώνυμο
In English
- best man primary attendant to the groom
Talk about this word "κουμπάρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κουμπάρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82 "κουμπάρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κουμπάρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}