κουμπί

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κουμπί¹

  • kumˈbi

Where it comes from

κουμπί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κομπίν < κομβίον < υποκοριστικό του κόμβος

noun κουμπί · κουμπιά · κουμπιού · κουμπιών

  1. ενδυμασία το μικρό εξάρτημα της ενδυμασίας που είναι ραμμένο μόνιμα στο ρούχο. Κατασκευάζεται από διάφορα υλικά, έχει ποικίλα σχήματα και χρησιμεύει είτε για να ανοίγει και να κλείνει ένα άνοιγμα του ρούχου εφαρμόζοντας στην κουμπότρυπα είτε απλά για διακοσμητικούς λόγους ※ Οι πιέτες και οι τσέπες κατηργήθηκαν, σακάκια, φούστες και παντελόνια κόντυναν, φερμουάρ, κουμπιά και γαρνιτούρες σχεδόν καταργήθηκαν (Ζέφη Κόλλια, Βελονιές της πρωτοπορίας, κεφάλαιο: Λονδίνο, Civilian clothing 1941, τα ρούχα των βομβαρδισμών, 2023)
  2. το (μικρό, εξωτερικό) εξάρτημα ενός μηχανισμού που διαθέτει μηχανισμό επαναφοράς και όταν πιέζεται υποχωρεί κάθετα ως προς την επιφάνεια επαφής και προκαλεί την έναρξη ή τον τερματισμό μιας λειτουργίας

    Similar: μπουτόν, πλήκτρο

  3. figuratively, μεταφορικά το ευαίσθητο σημείο του χαρακτήρα ή της προσωπικότητας κάποιου

Κουμπί²

Where it comes from

Κουμπί < κουμπί

proper noun Κουμπί · Koumpi

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

  • button knob or small disc serving as a fastener

Talk about this word

Cite this
MLA

"κουμπί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κουμπί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AF

Chicago

"κουμπί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κουμπί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}