κουπί

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κουπί

  • kuˈpi

Where it comes from

κουπί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουπί(ν) < μεσαιωνική ελληνική κουπίον < αρχαία ελληνική κωπίον < αρχαία ελληνική κώπη

noun κουπί · κουπιά · κουπιού · κουπιών

  1. μακρύ ξύλο, με πλατιά άκρη· ο χειριστής (κωπηλάτης) βυθίζει στο νερό την πλατιά άκρη του και το σπρώχνει προς τα πίσω για να προωθήσει ένα μικρό πλεούμενο ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οἱ σφουγγαράδες από τη συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης, [1924], αρχική έκδοση: Αθήνα 1899.
  2. familiar, προφορικό η κωπηλασία ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ἡ θάλασσα από τη συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης, [1924], αρχική έκδοση: Αθήνα 1899.

In English

  • oar implement used to row a boat
  • paddle two-handed, single-bladed oar

Talk about this word

Cite this
MLA

"κουπί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κουπί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF

Chicago

"κουπί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κουπί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}