κουπαστή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κουπαστή

Where it comes from

κουπαστή < μεσαιωνική ελληνική * εγκωπαστή < (ελληνιστική κοινή) ἔγκωπον < ἐν + κώπη

noun κουπαστή · κουπαστές · κουπαστής · κουπαστών

  1. ναυτικός όρος το επάνω μέρος από τα τοιχώματα μιας βάρκας ή ενός πλοιαρίου, όπου υπάρχουν ειδικές υποδοχές για τα κουπιά
  2. ναυτικός όρος το επάνω μέρος, συνήθως ξύλινο, από τα προστατευτικά κάγκελα ενός πλοίου ※ Ὅσο γιὰ τὸ μπάρκο, τὸ μισὸ ἀπόμενε. Οὔτε παραπέτα, οὔτε κουπαστές, οὔτε ξάρτια, οὔτε πανιὰ ἀκέρια. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
  3. το επάνω μέρος, συνήθως ξύλινο, από τα προστατευτικά κάγκελα σκάλας, εξώστη κ.λπ. ※ Το Hotel Old World ήταν ένα τουρλουμπούκι ευρωπαϊκών επιρροών : μαρμάρινα τζάκια και γλυπτά, χαλιά που κατάπιναν τα πόδια σου, ταπισερί στους τοίχους –οι μισοί ξυλεπένδυτοι, οι άλλοι με μπροκάρ ταπετσαρία- , χρυσές κουπαστές στις ελικοειδείς σκάλες, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, θηριώδη φυτά εσωτερικού

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κουπαστή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κουπαστή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE

Chicago

"κουπαστή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κουπαστή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}