κουρνιάζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κουρνιάζω

Where it comes from

κουρνιάζω < κούρνια + -άζω (δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ουσιαστικό κουρνιαχτός)

verb κουρνιάζω · κούρνιαζα · θα κουρνιάζω · να κουρνιάζω · κουρνιάζοντας

  1. για πουλιά μαζεύομαι γύρω από τον εαυτό μου, σε κάποιο σημείο, για να κοιμηθώ το βράδυ, το αρσενικό κουρνιάζει σε ένα κλαρί, έξω από τη φωλιά του, ενώ το θηλυκό μένει μέσα και συνεχίζει να κλώθει τα αβγά

    Similar: κουκουβίζω, φωλιάζω

  2. αποτραβιέμαι κάπου ήσυχα (για να κοιμηθώ), απομονώνομαι (για να ησυχάσω) Σταλιά σταλιά κι αχόρταγα τα πίνω τα φιλιά σου, / κουρνιάζω σαν αδύνατο πουλί στην αγκαλιά σου. (Από τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη)

In English

  • perch to rest on a perch, to roost
  • nest to place in a nest

Talk about this word

Cite this
MLA

"κουρνιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κουρνιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"κουρνιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κουρνιάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}