κουρτίνα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κουρτίνα¹

  • kuɾˈti.na

Where it comes from

κουρτίνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουρτίνα / κορτίνα < μεσαιωνική λατινική cortina

noun κουρτίνα · κουρτίνες · κουρτίνας · κουρτινών

  1. κομμάτι από ύφασμα, συνήθως κατάλληλα ραμμένο, που χρησιμοποιείται για να μειώσει το φως του ήλιου ή την ορατότητα ή να καλύψει ένα άνοιγμα
  2. idiomatic, ναυτικός όρος, ιδιωματισμός η υψηλή ακρότομη, κάθετη ακτή, την οποία πλήττουν τα πελαγίσια κύματα,
  3. idiomatic, ναυτικός όρος, ιδιωματισμός η ακρότομη πλευρά παγόβουνου, του τραπεζόπαγου
  4. idiomatic, ναυτικός όρος, ιδιωματισμός το φαινόμενο του σέλαος

Κουρτίνα²

Where it comes from

Κουρτίνα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κουρτίνα · Kourtina

  1. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κουρτίνας)

In English

  • curtain piece of cloth covering a window

Talk about this word

Cite this
MLA

"κουρτίνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κουρτίνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1

Chicago

"κουρτίνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κουρτίνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}