Μίκουιν

κουφός

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

κουφός¹

  • kuˈfos

Από πού έρχεται

κουφός < αρχαία ελληνική κωφός < κόπτω

επίθετο κουφός · κουφή · κουφό · κουφού · κουφής

  1. εκείνος που έχει χάσει την ακοή του ※ Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρν
  2. το ουδέτερο ως ουσ: Το κουφό

Κουφός²

  • kuˈfos

Από πού έρχεται

Κουφός < παρωνύμιο κουφός

κύριο όνομα Κουφός · Κουφοί · Κουφού · Κουφών · Κουφό · Κουφούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"κουφός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κουφός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%82

Chicago

"κουφός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κουφός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}