κοφτός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοφτός

  • kofˈtos
  • kofˈti
  • kofˈto

Where it comes from

κοφτός < κόβω + -τος

adjective κοφτός · κοφτή · κοφτό · κοφτού · κοφτής

  1. που έχει φτιαχτεί με κόψιμο κοφτό μακαρονάκι
  2. που μοιάζει σαν του έχει αφαιρεθεί ένα κομμάτι κοφτή πλαγιά
  3. που να έχει τα κατάλληλα αποτελέσματα πρέπει να του αφαιρεθεί ένα κομμάτι ή να του γίνει τομή κοφτό εργόχειρο, κοφτή βεντούζα
  4. figuratively, μεταφορικά που γίνεται απότομα και γρήγορα κοφτό χτύπημα, κοφτή πάσα
  5. σύντομος και απότομος, σχεδόν αγενής, που δεν αφήνει περιθώρια για αντιρρήσεις και παρερμηνείες τα λόγια του ήταν κοφτά, δε σήκωνε αντιρρήσεις

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοφτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%86%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κοφτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%86%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"κοφτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%86%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοφτός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%86%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}