κοφτός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοφτός
- kofˈtos
- kofˈti
- kofˈto
Where it comes from
κοφτός < κόβω + -τος
adjective κοφτός · κοφτή · κοφτό · κοφτού · κοφτής
- που έχει φτιαχτεί με κόψιμο κοφτό μακαρονάκι
- που μοιάζει σαν του έχει αφαιρεθεί ένα κομμάτι κοφτή πλαγιά
- που να έχει τα κατάλληλα αποτελέσματα πρέπει να του αφαιρεθεί ένα κομμάτι ή να του γίνει τομή κοφτό εργόχειρο, κοφτή βεντούζα
- που γίνεται απότομα και γρήγορα κοφτό χτύπημα, κοφτή πάσα
- σύντομος και απότομος, σχεδόν αγενής, που δεν αφήνει περιθώρια για αντιρρήσεις και παρερμηνείες τα λόγια του ήταν κοφτά, δε σήκωνε αντιρρήσεις
In English
- abrupt curt in manner
Talk about this word "κοφτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%86%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. κοφτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%86%CF%84%CF%8C%CF%82 "κοφτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%86%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοφτός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%86%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}