κοχενίλη
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
κοχενίλη
Откуда оно
κοχενίλη < γαλλική cochenille < ισπανική cochinilla < cochino < cocho < coch
: Λιγότερο πιθανό: < λατινικά coccinus ή < αρχαία ελληνικά κόκκινος < κόκκος.
существительное κοχενίλη · κοχενίλες · κοχενίλης · κοχενιλών
- σκαθάρι από το οποίο εξάγεται η χρωστική ουσία καρμίνιο, που χρησιμοποιείται στη βαφική, αρωματοποιία, ζαχαροπλαστική, ακόμα και στην αλλαντοποιία και γενικά σε πολλά συσκευασμένα προϊόντα με σήμανση Ε120 (μη καρκινογόνο)
- η καρμίνη (ή καρμίνι ή καρμίνιο)
По-английски
- cochineal scale insect of the species Dactylopius coccus
- scale insect small parasitic insect of superfamily Coccoidea
Обсудить это слово "κοχενίλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%87%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κοχενίλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%87%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CE%BB%CE%B7 "κοχενίλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%87%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CE%BB%CE%B7.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {κοχενίλη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%87%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CE%BB%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}