κούκλα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κούκλα¹
- ˈku.kla
Where it comes from
κούκλα < (άμεσο δάνειο) υστερολατινική cuculla < λατινική cucullus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kuH-l- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kewH- (καλύπτω)
noun κούκλα · κούκλες · κούκλας · κουκλών
- παιδικό παιχνίδι που είναι ομοίωμα ανθρώπου
- μαριονέτα
-
ομοίωμα ανθρωπίνου σώματος για επίδειξη ρουχισμού
Similar: μανεκέν
- προσφώνηση ή χαρακτηρισμός όμορφου ανθρώπου ή πράγματος ※ και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο
- τρόπος συσκευασίας νήματος για πλέξιμο ή ύφανση, είδος μακρόστενου κουβαριού τυλιγμένου σε μηχανή
-
νήμα τυλιγμένο σε μακρόστενη στρογγυλή λουρίδα με σχήμα οχτώ
Πόσες κούκλες μαλλί χρειαζόμαστε για το πουκάμισο;
Similar: τσιλές
- κώνος καλαμποκιού
Κούκλα²
Where it comes from
Κούκλα < γενική ενικού του αρσενικού Κούκλας
proper noun Κούκλα · Κούκλας · Koukla
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "κούκλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κούκλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%BB%CE%B1 "κούκλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κούκλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}