κούφιος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κούφιος¹

Where it comes from

κούφιος < αρχαία ελληνική κοῦφος (από τη μεταφορική του σημασία)

adjective κούφιος

  1. που είναι άδειος στο εσωτερικό του ενώ κανονικά είναι συμπαγής ※ Ο τελευταίος πασατέμπος ήτανε κούφιος, δεν είχε τίποτα μέσα. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά)
  2. broadly, κατ’ επέκταση που έχει χαλάσει το εσωτερικό του
  3. broadly, κατ’ επέκταση , (μεταφορικά) που θεωρείται ότι έχει κούφιο κεφάλι, ότι δεν έχει μυαλό, ρηχός, ελαφρός
  4. figuratively, μεταφορικά που δεν έχει ουσία ή αξία, κενός από νόημα ※ Τώρα που δεν έβρισκε τι να πει, η τυπική αυτή και κούφια φράση ερχότανε αυθόρμητα να τον βοηθήσει. (Γιώργος Θεοτοκάς Η λίμνη [διήγημα])

Κούφιος²

Where it comes from

Κούφιος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κούφιος · Κούφιου · Koufios

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • hollow having an empty space inside

Talk about this word

Cite this
MLA

"κούφιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κούφιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"κούφιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κούφιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}