κούφιος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κούφιος¹
Where it comes from
κούφιος < αρχαία ελληνική κοῦφος (από τη μεταφορική του σημασία)
adjective κούφιος
- που είναι άδειος στο εσωτερικό του ενώ κανονικά είναι συμπαγής ※ Ο τελευταίος πασατέμπος ήτανε κούφιος, δεν είχε τίποτα μέσα. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά)
- που έχει χαλάσει το εσωτερικό του
- , (μεταφορικά) που θεωρείται ότι έχει κούφιο κεφάλι, ότι δεν έχει μυαλό, ρηχός, ελαφρός
- που δεν έχει ουσία ή αξία, κενός από νόημα ※ Τώρα που δεν έβρισκε τι να πει, η τυπική αυτή και κούφια φράση ερχότανε αυθόρμητα να τον βοηθήσει. (Γιώργος Θεοτοκάς Η λίμνη [διήγημα])
Κούφιος²
Where it comes from
Κούφιος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κούφιος · Κούφιου · Koufios
- ανδρικό επώνυμο
In English
- hollow having an empty space inside
Talk about this word "κούφιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κούφιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82 "κούφιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κούφιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}