κράζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κράζω
- ˈkɾa.zo
Where it comes from
κράζω < αρχαία ελληνική κράζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *k(V)r-
verb κράζω · έκραζα · θα κράζω · να κράζω · κράζοντας
-
βγάζω (δυνατή) φωνή ή κραυγή (σαν του κόρακα)
Similar: κρώζω
- φωνάζω (δυνατά και διαπεραστικά)
- φωνάζω, καλώ, προσκαλώ κάποιον Άξαφνα όμως άκουσε μια φωνή που έκραξε τ’ όνομά της. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)
- αποδοκιμάζω, γιουχάρω ※ στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί (Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος, 2022)
- μαλώνω, επιπλήττω
- προμοτάρω πιεστικά
In English
Talk about this word "κράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89 "κράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κράζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}