κράση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κράση¹

  • ˈkɾa.si

Sounds like κρασί

Where it comes from

κράση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρᾶ(σις)) (ανάμειξη, ανακάτεμα όπως κρασιού με νερό) + -ση → δείτε και τη λέξη κράμα

:* για τον όρο της γραμματικής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κρᾶσις

noun κράση · κράσεις · κράσης · κράσεων

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα της ανάμειξης υγρών ή λιωμένων μετάλλων
  2. γραμματική συγχώνευση του τελικού φωνήεντος ή διφθόγγου μιας λέξης με το αρκτικό φωνήεν ή δίφθογγο της επόμενης λέξης σημείωση: στα αρχαία ελληνικά, σημειώνεται με κορωνίδα αντί για ψιλή πάνω από το νέο φωνήεν, ή παραμένει δασεία
  3. η ιδιαίτερη φυσική κατάσταση του οργανισμού κάθε ανθρώπου έχει πολύ γερή κράση

Κράση²

Where it comes from

Κράση < γενική ενικού του αρσενικού Κράσης

proper noun Κράση · Κράσης · Krasi

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • crasis contraction of a vowel at the end of a word with the start of the next word

Talk about this word

Cite this
MLA

"κράση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κράση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7

Chicago

"κράση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κράση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}