κράτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κράτος

  • ˈkɾa.tos

Where it comes from

κράτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κράτος (δύναμη, εξουσία)

noun κράτος · κράτη · κράτους · κρατών

  1. συγκροτημένη πολιτική οντότητα με συγκεκριμένα σύνορα Το κράτος της Ελλάδας καταλαμβάνει περίπου 132.000 τ.χμ.
  2. πολιτικά οργανωμένο σύνολο ανθρώπων (λαός) που είναι εγκατεστημένο μόνιμα σε μια καθορισμένη εδαφική έκταση (χώρα) και διοικείται από κυβέρνηση, εξουσία, κυριαρχία ※ Οι δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ των επιμέρους κοινωνιών των χωρικών είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και ο συνδετικός κρίκος που συναρθρώνει όλες αυτές τις κοινωνίες σε ένα σύνολο δεν είναι άλλος από το κράτος, με τους πάγιους αλλά και περιστασιακούς μηχανισμούς του (Κώστας Κωστής, Ξανακοιτώντας

In English

  • power people in charge of legal or political power
  • state a/the State, the sovereign country or city state with a central government actin
  • realm territory or state
  • nation sovereign state
  • Reich a German empire or nation

Talk about this word

Cite this
MLA

"κράτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κράτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"κράτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κράτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}