κρέας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρέας

  • ˈkɾe.as

Where it comes from

κρέας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρέας < πρωτοελληνική *kréwas < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kréwh₂s

noun κρέας · κρέατα · κρέατος · κρεάτων

  1. η σάρκα ζώων ή ανθρώπων ※ Σε όλη την Ελλάδα το σπετζοφάι το φτιάχνουν με νόστιμα χωριάτικα λουκάνικα. Στο Πήλιο όμως, εκεί όπου γεννήθηκε η συνταγή, εκτός από λουκάνικα χρησιμοποιούν και μοσχαρίσιο ή χοιρινό κρέας. (Βαγγέλης Δρίσκας, Chef στην κουζίνα σας. Κλασική μαγειρική του αύριο, 2022, εκδ. Πατάκης, σελ. 25)
  2. τα ψωμάκια, το περιττό λίπος κάποιου
  3. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος χωρίς ενσυναίσθηση ή συναίσθημα

In English

  • meat animal flesh used as food
  • flesh animal tissue as food

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κρέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82

Chicago

"κρέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρέας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}