κρίκος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρίκος¹
- ˈkɾi.kos
Where it comes from
κρίκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρίκος [ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης *(s)ker- (λυγίζω) ]
:* για τον αθλητισμό < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική anneaux )
noun κρίκος · κρίκοι · κρίκου · κρίκων · κρίκο · κρίκους
- για να αναρτήσουμε κάτι κάπου ή να το συνδέσουμε
- για να σχηματίσουμε μια αλυσίδα συνδέοντας πολλούς μαζί
- ό,τι συνδέει πράγματα ή πρόσωπα ή συμπληρώνει μια σειρά
- όργανο γυμναστικής που αποτελείται από δύο κρίκους που κρέμονται λίγο πιο ψηλά από τον αθλητή
- σκουλαρίκια σε σχήμα κρίκου ※ Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)
Κρίκος²
Where it comes from
Κρίκος < κρίκος
proper noun Κρίκος · Κρίκου · Krikos
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "κρίκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κρίκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82 "κρίκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρίκος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}