κρίση πανικού
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρίση πανικού
- ˈkɾi.si pa.niˈku
Where it comes from
κρίση πανικού < → δείτε τις λέξεις κρίση και πανικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική panic attack
noun κρίση πανικού · κρίσεις πανικού · κρίσης · ή κρίσεως πανικού · κρίσεων πανικού
- αιφνίδια περίοδος έντονου άγχους, αυξανόμενης σωματικής διέγερσης, φόβου, στομαχικών προβλημάτων και δυσφορίας που συνδέονται με ποικίλα σωματικά και νοητικά συμπτώματα ※ Άγχος, κρίσεις πανικού, ακόμη και ψυχώσεις εκδηλώνουν στελέχη επιχειρήσεων, υπό το κράτος της πίεσης για υψηλή απόδοση και επίδοση, όταν όλα γύρω βουλιάζουν.
In English
- panic attack sudden period of intense anxiety
Talk about this word "κρίση πανικού." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7%20%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D. Accessed 7 Nov. 2026. κρίση πανικού. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7%20%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D "κρίση πανικού." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7%20%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρίση πανικού},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7%20%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D},
urldate = {2026-11-07}
}