κρατούμενος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρατούμενος
Where it comes from
κρατούμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρατούμενος, μετοχή ενεστώτα μεσοπαθητικής φωνής του συνηρημένου κρατῶ (κρατέω
verb κρατούμενος · κρατούμενη · κρατούμενο
- μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος κρατούμαι: που κρατείται, που βρίσκεται υπό κράτηση
noun κρατούμενος · κρατούμενη · κρατουμένη · κρατούμενοι · κρατούμενου
- αυτός που κρατείται από τις αστυνομικές αρχές
- ο φυλακισμένος
In English
- prisoner person incarcerated in a prison
Talk about this word "κρατούμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κρατούμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82 "κρατούμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρατούμενος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}