κρατούμενος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρατούμενος

Where it comes from

κρατούμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρατούμενος, μετοχή ενεστώτα μεσοπαθητικής φωνής του συνηρημένου κρατῶ (κρατέω

verb κρατούμενος · κρατούμενη · κρατούμενο

  1. formal, λόγιο μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος κρατούμαι: που κρατείται, που βρίσκεται υπό κράτηση

noun κρατούμενος · κρατούμενη · κρατουμένη · κρατούμενοι · κρατούμενου

  1. αυτός που κρατείται από τις αστυνομικές αρχές
  2. ο φυλακισμένος

In English

  • prisoner person incarcerated in a prison

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρατούμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κρατούμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"κρατούμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρατούμενος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}